Μια πρώτη ανάγνωση στο "Τρίτο Στεφάνι" του Κ.Ταχτσή

by - Δευτέρα, Ιανουαρίου 23, 2012



       

Ιδιόχειρο σχόλιο του συγγραφέα για την Εκάβη
από «Το τρίτο στεφάνι»
  Ο Ταχτσής για μένα είναι νατουραλιστής, δεν ξέρω αν η επίσημη κριτική τον κατατάσσει εκεί, αλλά εγώ μόνο με νατουραλιστές όπως ο Καραγάτσης θα μπορούσα να τον συγκρίνω. Βέβαια, λογοτεχνικά αλλιώς έχει αποτιμηθεί ο ένας κι αλλιώς ο άλλος , ακόμα και λόγω ποσότητας είναι πιο φυσικό να έχει εκτιμηθεί περισσότερο ο δεύτερος. Κι όταν λέω εκτιμηθεί εννοώ όπως ένα έργο τέχνης που αποτιμάται η αξία του ,όχι ως δημιουργός που χαίρει της εκτίμησης των κριτικών.
          Για να πάρω όμως τα πράγματα με τη σειρά. Το «Τρίτο Στεφάνι» είναι ένα μυθιστόρημα ζωντανό, γεμάτο δράση, απαλλαγμένο από κουραστικές περιγραφές και αναλύσεις. Το κύριο χαρακτηριστικό του είναι ο λόγος, μεστός, ακέραιος λόγος που ρέει απρόσκοπτα, χωρίς να σκοντάφτει σε βερμπαλισμούς και ρητορείες κι ας είναι η ρητορική των ηρώων του αυτή που τους κάνει τόσο δραματικά συμπαθητικούς, τόσο απενοχοποιημένα αθώους.
         Αυτό που με απασχόλησε περισσότερο διαβάζοντας το βιβλίο ήταν ο ρόλος της Μαρίας, της κόρης της Νίνας, που αφειδώς στολίζεται μ’ ένα σωρό απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς από τη μάνα της. Τι ρόλο παίζει στην πλοκή η Μαρία; Κανένα, κατά τη γνώμη μου. Καμία από τις πράξεις της δεν προωθεί τη δράση, καμιά κουβέντα της δε σπρώχνει την πλοκή. Γιατί υπάρχει όμως; Πώς γίνεται ένας χαρακτήρας, που μόλις αποτίμησα ως ασήμαντο, να είναι πανταχού παρών; Κι αν το πώς είναι προφανές, το γιατί παραμένει ανεξιχνίαστο ή καλύτερα επιδέχεται πολλές ερμηνείες. Η δική μου είναι ότι η Μαρία είναι εκεί για να μπορεί η Νίνα, η μητέρα της, να δικαιολογεί και να προασπίζεται τις επιλογές της. Μπορεί να μην προωθεί η ίδια τη δράση, να μη συμβάλλει εκούσια στην πλοκή, όπως έγραφα και προηγουμένως, αλλά από τη μητέρα της φέρεται ως ο ηθικός αυτουργός που ευθύνεται για όλες τις αποφάσεις που έλαβε ή πρόκειται να λάβει. Πριν τη γέννηση της Μαρίας, η Νίνα αποδίδει τα σφάλματά της στη νιότη και στην απειρία (βλ. την ιστορία με τον Αργύρη), στο τυχαίο λάθος που δικαιούται κάθε άνθρωπος να κάνει στη ζωή του (βλ. το γάμο της με το Φώτη). Η «τιμωρία» της όμως γι’ αυτό το λάθος ήταν τελικά η λύτρωσή της. Η κόρη της είναι το εξιλαστήριο θύμα στο οποίο φορτώνει ουσιαστικά όλες τις μετέπειτα επιλογές της (βλ. το γάμο με τον Αντώνη και αργότερα με το Θόδωρο). Κι αυτό γιατί στην μικροαστική αντίληψη της Νίνας τα τρία στεφάνια είναι λάθος, λάθος όχι τόσο κοινωνικό αφού ακόμα κι η Εκκλησία τα επιτρέπει αλλά λάθος ηθικό, λάθος προσωπικό. Η Νίνα επιθυμούσε να παντρευτεί τον πρώτο της έρωτα και να ζήσει ευτυχισμένη μαζί του. Αυτό ήταν για κείνην , ηθικά και προσωπικά, το σωστό. Μετά το χωρισμό τους δεν ερωτεύτηκε, παντρεύτηκε απλώς τρεις φορές. Κι αν η πρώτη φορά από ηθικής απόψεως ήταν σωστή (ως πρώτος γάμος μ’ έναν άνθρωπο που ναι μεν δεν ενέκρινε η οικογένειά της αλλά κοινωνικά ήταν αποδεκτός) η «ανηθικότητα» που από την πρώτη νύχτα του γάμου επέδειξε ο σύζυγος κάνει κι αυτόν τον πρώτο γάμο της Νίνας να φαντάζει στα μάτια της ανήθικος. Κι εδώ έρχεται η Μαρία. Η γέννησή της αποκαθιστά την ηθική του πρώτου γάμου και στη συνέχεια και των επόμενων γάμων που επακολούθησαν. Το δεύτερο άντρα της, τον Αντώνη, η Νίνα τον παίρνει από συμφέρον, για οικονομικούς καθαρά λόγους. Η ύπαρξη της Μαρίας ωστόσο, ως παιδιού που έπρεπε η μητέρα να φροντίσει, κάνει αυτόν το γάμο να φαίνεται περισσότερο ηθικός απ’ ότι στην πραγματικότητα είναι. Και τέλος ο γάμος με το Θόδωρο. Αυτή τη φορά ο «ανήθικος», αυτός που θα βολευτεί οικονομικά μ’ αυτόν το γάμο είναι ο Θόδωρος. Η «ανηθικότητά» του παρακάμπτεται όμως με την πεποίθηση της Νίνας ότι η κόρη της δε θα τη «γηροκομήσει»  όπως θα έπρεπε, οπότε πρέπει να βρει άλλη εναλλακτική. Έτσι απενοχοποιείται για άλλη μια φορά η μητέρα χρησιμοποιώντας ως ηθικό έρεισμα την κόρη. Η Μαρία, λοιπόν, χωρίς να προωθεί ως χαρακτήρας τη δράση αποτελεί ένα δομικό στοιχείο του μυθιστορήματος, ένα συνεκτικό κρίκο από το ένα στεφάνι στο άλλο.
         Τι ρόλο παίζει σ’ όλα αυτά η κυρά-Εκάβη; Η Εκάβη γνωρίζει τη Νίνα στη διάρκεια του δεύτερου γάμου της και, όταν τελείται ο τρίτος, έχει ήδη αποβιώσει. Είναι κι αυτή, όπως και η Μαρία, ένας συνδετικός κρίκος ανάμεσα στο δεύτερο και το τρίτο στεφάνι, όμως  ο ρόλος της δεν περιορίζεται εκεί. Η κυρά-Εκάβη, χωρίς να επηρεάζει ιδιαίτερα τη ζωή της Νίνας, κινεί τα νήματα της δικής της ιστορίας, της ιστορίας της οικογένειας Λόγγου. Σ’ αυτή την ιστορία είναι και πρωταγωνίστρια και σκηνοθέτιδα. Ο ρόλος της όμως ως νευρωτικής μητέρας ή απατημένης συζύγου δε θα μας απασχολήσει περισσότερο εδώ. Ο σκοπός μου είναι να βρω  τι κινεί τον κύριο άξονα του μυθιστορήματος κι αυτός είναι η Νϊνα. Η κυρα-Εκάβη δεν αναμιγνύεται ιδιαίτερα στη ζωή της Νίνας, όπως έγραψα και πριν. Το μόνο σημείο στο οποίο κινεί τα νήματα του κεντρικού άξονα είναι όταν κάνει εμμέσως νύξεις στη Νίνα για το Θόδωρο, γεγονός που αρχίζει να βάζει την κεντρική ηρωίδα σε σκέψεις. Μικρή επομένως η συμμετοχή της κυρα-Εκάβης στην πλοκή της κύριας ιστορίας. Μεγαλύτερη ωστόσο είναι η συμμετοχή της ως δεύτερης, αλλά όχι δευτερεύουσας, σανίδας σωτηρίας  για τη Νίνα. Έχοντας ως εξιλαστήριο θύμα για τις επιλογές της την κόρη της, η Νίνα δεν είναι ικανοποιημένη. Αυτή τη φορά χρειάζεται κάτι για να εξιλεωθεί και απέναντι σ’ αυτήν. Γιατί αν ως γυναίκα-σύζυγος υπήρξε ηθική με τον τρόπο που αναπτύξαμε πιο πάνω, ως γυναίκα-μητέρα παραμένει ανήθικη. Τόσο γιατί ξέρει ότι φέρεται άσχημα στην κόρη της αλλά κυρίως γιατί η κόρη της δεν είναι καρπός ενός ευτυχισμένου γάμου. Σ’ αυτό το σημείο έρχεται η κυρα-Εκάβη. Τα δικά της παιδιά ήταν καρποί ενός γάμου που υπήρξε ευτυχισμένος κι αυτός ακριβώς ο αόριστος είναι που δίνει στη Νίνα το άλλοθι που χρειάζεται. Σε συνδυασμό με τη συμπεριφορά της κυρα-Εκάβης απέναντι στις κόρες της, την οποία ψέγει πολλές φορές, η Νίνα  ανασυνθέτει  την ισορροπία που λείπει απ’ τη δική της συμπεριφορά. Συγκρινόμενη με της Εκάβης η δική της συμπεριφορά της φαίνεται όχι απλά καλή αλλά και επιεικής.
            Κι έτσι προκύπτει ένας χαρακτήρας βαθιά συντηρητικός με τις μικροαστικές ανησυχίες μιας ξεπεσμένης αριστοκρατίας στην πλάτη του, που οι συνθήκες της ζωής τον αναγκάζουν να γίνει ή να μοιάζει πιο ανοιχτόμυαλος και προοδευτικός από τους γύρω του.  Έτσι δικαιολογείται το τρίτο ή και το τέταρτο ακόμη στεφάνι.
             Αφηγηματικά τώρα, τα παιχνίδια του συγγραφέα θέλουν μεγαλύτερη ανάλυση και προσοχή, την οποία σε μια απλή ανάγνωση δεν έδωσα.  Τα βασικά που μπορώ να πω είναι ότι πρόκειται για μια αφήγηση που αρχίζει όχι in medias res αλλά από το τέλος της ιστορίας που πρόκειται να ξετυλιχτεί. Οι μετέπειτα ανάδρομες αφηγήσεις της Νίνας ακολουθούν κατά κανόνα γραμμική σειρά με εμβόλιμες προοικονομίες και προϊδεασμούς. Οι εγκιβωτισμένες αφηγήσεις της Εκάβης, είτε δια στόματος της ίδιας είτε δια στόματος Νίνας, είναι αυτό ακριβώς που λέει η λέξη, εγκιβωτισμένες στην κύρια ιστορία. Έχουμε δηλαδή μια ιστορία μπολιασμένη με μια δεύτερη που ανθίζει σταδιακά για να διανθίσει την πρώτη.
Η επιστροφή του Κώστα Ταχτσή
Ο Κώστας Ταχτσής (στο μέσον) στρατιώτης το 1947
        Θα μπορούσε βέβαια να ισχυριστεί κανείς ότι ο κύριος άξονας της ιστορίας δεν είναι η Νίνα όπως υποστήριξα εγώ, αλλά η Εκάβη, κι ότι η ιστορία της Νίνας δίνει απλά το πλαίσιο για ν’ αναπτυχθεί η δική της ιστορία. Ότι η γνωριμία τους και το τρίτο στεφάνι της Νίνας είναι ένα τέχνασμα του συγγραφέα για να διηγηθεί την ιστορία που πραγματικά θέλει να πει, την ιστορία που και πιο νατουραλιστική είναι (αν επιτρέπεται ο συγκριτικός βαθμός) και πιο ολοκληρωμένη (μιας και αφορά σχεδόν ολόκληρη τη ζωή της Εκάβης και της οικογένειάς της).
         Κι ακόμη θα μπορούσε να βρεθεί ένας τρίτος που στηριζόμενος στις αναφορές της ίδιας της Νίνας (σχετικά με το ρόλο που έπαιξε η Εκάβη στη ζωή της : την δίδαξε πράγματα για τη ζωή ,όπως μόνο ο πατέρας της είχε κάνει) να υποστηρίξει ότι πρόκειται για δύο βασικούς άξονες που περιπλέκονται και κανένας δεν είναι υποδεέστερος του άλλου. Ότι βρισκόμαστε μπροστά σε δυο τεμνόμενες ευθείες που ακριβώς η διασταύρωσή τους αυτή μας επιτρέπει να αντιληφθούμε την εξέλιξη της μικροαστικής τάξης, των κοινωνικών δομών ,της ίδιας της ηθικής.
           Τίποτα από αυτά δε θα ήταν λάθος κατά τη γνώμη μου. Η διαφορετική κάθε φορά οπτική αποκαλύπτει πτυχές της ιστορίας που αλλιώς θα έμεναν αφανέρωτες ή υποβόσκουσες και υποτιμημένες. Κι όσο για τη «σύγκριση» που έκανα στην αρχή του Ταχτσή με τον Καραγάτση θέλω να πω πως ενώ ο δεύτερος αφήνει να φανεί πόσο πεσμένοι (ηθικά ή κοινωνικά) είναι οι ήρωές του, καταδεικνύοντάς άθελά του και υπόγεια πολλές φορές το ύψος των περιστάσεων στο οποίο θα έπρεπε να σταθούν, ο Ταχτσής τους δείχνει πεσμένους δε, χωρίς να αφήνει υπόνοιες για το ύψος τους όμως. Ο αναγνώστης έρχεται τόσο κοντά με τον ήρωα που αδυνατεί να συλλάβει αν εκείνος βρίσκεται σε καλύτερη ή χειρότερη μοίρα. Τόσο κοντά που του είναι δύσκολο να διακρίνει αν είναι πεσμένοι ή ορθώνουν το ανάστημά τους στις αντιξοότητες της ζωής. 
          Κι αυτό είναι σχεδόν πάντα το πλεονέκτημα της πρωτοπρόσωπης αφήγησης.

Ταχτσής-Βλαχοπούλου συζητούν για το ραδιοφωνικό Τρίτο Στεφάνι
Συμπληρωματικά: Εκτός από τη γνωστή σε όλους ομώνυμη τηλεοπτική σειρά και την θεατρική παράσταση που παίζεται φέτος υπήρξε και ραδιοφωνική μεταφορά του μυθιστορήματος.

You May Also Like

0 σχόλια